αὐξάνω

αὐξάνω
increase
pres subj act 1st sg
αὐξάνω
increase
pres ind act 1st sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αυξάνω — αυξάνω, αύξησα βλ. πίν. 104 Σημειώσεις: αυξάνω : έχει και τη σημασία του αυξάνομαι. Σπάνιος ο τύπος αυξαίνω …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αυξάνω — και αυξαίνω και αξαίνω ησα, ήθηκα, ημένος 1. ως μτβ., κάνω κάτι μεγαλύτερο ή περισσότερο από ό,τι είναι: Αποφάσισε να αυξήσει τους μισθούς των υπαλλήλων του. 2. ως αμτβ., γίνομαι μεγαλύτερος ή περισσότερος: Τα τελευταία χρόνια αυξήθηκε πολύ ο… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αυξάνω — και αυξαίνω και αξαίνω και αύξω (AM αὐξάνω και αὔξω, Μ και αὐξαίνω και ἀξαίνω) 1. (μτβ.) μεγαλώνω κάτι, το κάνω περισσότερο από όσο ήταν, το πολλαπλασιάζω 2. (αμτβ. με σημ. μέσ.) γίνομαι περισσότερος ή μεγαλύτερος, πληθαίνω, πολλαπλασιάζομαι αρχ …   Dictionary of Greek

  • αυξάνω — [афкеано] р. (μτβ.) увеличивать, прибавлять …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αὖξον — αὐξάνω increase imperf ind act 3rd pl (doric) αὐξάνω increase imperf ind act 1st sg (doric) αὐξάνω increase pres part act masc voc sg αὐξάνω increase pres part act neut nom/voc/acc sg αὐξάνω increase imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) αὐξάνω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐξάνεσθε — αὐξάνω increase imperf ind mp 2nd pl (doric) αὐξάνω increase pres imperat mp 2nd pl αὐξάνω increase pres ind mp 2nd pl αὐξάνω increase imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐξάνετε — αὐξάνω increase imperf ind act 2nd pl (doric) αὐξάνω increase pres imperat act 2nd pl αὐξάνω increase pres ind act 2nd pl αὐξάνω increase imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐξήσω — αὐξάνω increase aor ind mid 2nd sg (doric) αὐξάνω increase aor subj act 1st sg αὐξάνω increase fut ind act 1st sg αὐξάνω increase aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὔξανον — αὐξάνω increase imperf ind act 3rd pl (doric) αὐξάνω increase imperf ind act 1st sg (doric) αὐξάνω increase imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) αὐξάνω increase imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὔξετε — αὐξάνω increase imperf ind act 2nd pl (doric) αὐξάνω increase pres imperat act 2nd pl αὐξάνω increase pres ind act 2nd pl αὐξάνω increase imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.